Πέμπτη, 6 Μαρτίου 2008

Καουαμπάτα (Kawabata), ο εθνικός ποιητής της Ιαπωνίας

ΓΙΑΣΟΥΝΑΡΙ ΚΑΟΥΑΜΠΑΤΑ
"Εγώ, της όμορφης Ιαπωνίας"

Αυτόν τον τίτλο είχε ο λόγος του Γιασουνάρι Καουαμπάτα, κορυφαίου Ιάπωνα συγγραφέα, μπροστά στη Σουηδική Ακαδημία όταν του είχε απονεμηθεί το βραβείο Νόμπελ λογοτεχνίας (1968). Ήταν ένα μείγμα από ποιήματα κλασικών Ιαπώνων και δικές τους σκέψεις για την αισθητική και τη φύση. Είχε βέβαια πίσω του τη μεγάλη ποιητική παράδοση της χώρας του Τάνκα, Ρένγκα, Σενριού και Χαϊκού.

"Ο καιρός του χιονιού, της σελήνης, των ανθισμένων λουλουδιών - πιο πολύ από ποτέ σκεφτόμαστε τότε τους συντρόφους μας" έλεγε στο λόγιο αυτό ο Γιασουνάρι Καουαμπάτα. Έργα της είναι τα μυθιστορήματα: η χώρα του χιονιού, ο ήχος του βουνού, χίλιοι πελαργοί, οι κοιμισμένες καλλονές, η χορεύτρια της Ιζου κ.α. Γράφει σενάρια για ταινίες και τα βιβλία του θα μεταφερθούν στη μεγάλη οθόνη. Τριάντα περίπου ταινίες έγιναν από έργα του Γιασουνάρι Καουαμπάτα.

Στους αναγνώστες της "άλλης σελίδας" παρουσιάζουμε σήμερα ένα ελάχιστο δείγμα από τα διηγήματα που περιέχονται στο έργο της: "ιστορίες της παλάμης". Μικρά διηγήματα που έγραψε ο Γιασουνάρι Καουαμπάτα τη δεκαετία του 1920 και είναι πιο μοντέρνα από σημερινά. Γιατί τα μεγάλα έργα δεν έχουν χρόνο. Είναι μικρές ιστορίες που χωράνε στο χέρι και μοιάζουν με ποιήματα, που παίρνουν τη στιγμή και την κάνουν αιωνιότητα.
Απολαύστε δύο από αυτά.


ΚΑΝΑΡΙΝΙΑ

Κυρία, οι περιστάσεις με υποχρεώνουν να παραβώ την υπόσχεση μου και να σας γράψω ακόμα ένα γράμμα, το τελευταίο.
Δεν μπορώ να συνεχίσω να συντηρώ τα καναρίνια που μου δώσατε τον περασμένο χρόνο. Τα καναρίνια αυτά τα φρόντιζε η γυναίκα μου. Ο δικός μου ρόλος περιοριζόταν στο να τα κοιτάζω. Και βλέποντας τα να θυμάμαι εσάς...
Εσείς δεν είναι που το είπατε;
Έχετε μια γυναίκα και εγώ έναν άντρα, πρέπει να χωρίσουμε. Αν εσείς τουλάχιστον δεν ήσασταν παντρεμένος...
Πάρτε αυτά τα καναρίνια για να με θυμάστε. Κοιτάξτε τα. Είναι ζευγάρι αυτά τα καναρίνια. Σ' ένα μαγαζί με πουλιά τα έβαλαν πρώτη φορά μαζί σ' ένα κλουβί, κατά την κρίση τους, ένα αρσενικό κι ένα θηλυκό. Τα καναρίνια δεν είχαν την παραμικρή ιδέα. Όπως και να έχει το πράγμα, να με φέρνετε στη μνήμη σας μ' αυτά τα πουλιά. Ίσως είναι κάπως παράξενο να σας δίνω ζωντανά πλάσματα για ενθύμιο. Όμως και οι δικές μας αναμνήσεις θα πρέπει κι αυτές να πεθάνουν, ας τις αφήσουμε τότε κι αυτές να πεθάνουν...
Τα καναρίνια μοιάζουν τώρα σαν να είναι έτοιμα να πεθάνουν. Ο άνθρωπος που τα φρόντιζε πέθανε. Ένας ζωγράφος, ακατάστατος και πένης σαν κι εμένα, δεν είναι δυνατόν να αναθρέψει τέτοια εύθραυστα πουλιά. Ας μιλήσω καλύτερα ανοιχτά. Η γυναίκα μου, που φρόντιζε τα πουλιά, πέθανε. Αφού πέθανε η γυναίκα μου, δεν θα πεθάνουν άραγε τα καναρίνια;...Και αν έχουν έτσι τα πράγματα, κυρία μου, δεν ήταν άραγε η γυναίκα μου που μου έφερνε την ανάμνηση σας;
Μελέτησα το ενδεχόμενο να αφήσω τα καναρίνια να πετάξουν ελεύθερα στον ουρανό. Τα φτερά όμως των πουλιών, απ' τη μέρα που πέθανε η γυναίκα μου, σαν να έχουν αρχίσει να αδυνατίζουν. Επιπροσθέτως αυτά τα καναρίνια δεν ξέρουν από ουρανό. Κι ούτε έχει αυτό το ζευγάρι άλλους φίλους σ' αυτή την πόλη ή σε κάποιο κοντινό δάσος, να γίνουν κοπάδι και να πετάξουν μαζί. Κι αν χωριζόντουσαν και πετούσαν αλλού το καθένα, πάλι δεν θα πέθαιναν; Αν και μου είχατε βέβαια πει ότι σ' εκείνο το μαγαζί των πουλιών το αρσενικό και το θηλυκό είχαν διαλεχτεί τυχαία και είχαν μπει μαζί στο ίδιο κλουβί...
Και μιας και το ανέφερα, ούτε η ιδέα να τα πουλήσω σ' ένα κατάστημα πουλιών μου αρέσει. Αυτά τα πουλιά είναι κάτι που μου προσφέρατε εσείς. Ούτε πάλι θα μου άρεσε να σας τα επέστρεφα. Κι ο λόγος είναι πως ήταν η γυναίκα μου που τα φρόντιζε. Εξάλλου τα καναρίνια αυτά, που πιθανώς εσείς ήδη έχετε ξεχάσει, θα σας ήταν μάλλον ταλαιπωρία.
θα το πω για ακόμα μια φορά. Τα καναρίνια έζησαν μέχρι σήμερα επειδή η γυναίκα μου ήταν εδώ. Ως ενθύμιο δικό
σας.,. Γι' αυτό κυρία, θέλω αυτά τα καναρίνια να ακολουθήσουν τη γυναίκα μου στον θάνατο. Γιατί δεν είναι μονάχα ένα
ενθύμιο. Πως μπόρεσα εγώ να αγαπήσω έναν άνθρωπο σαν εσάς; Δεν ήταν τάχα επειδή η γυναίκα μου ήταν στο πλευρό
μου; Η γυναίκα μου με έκανε να ξεχνάω εντελώς τις δυστυχίες της ζωής. Για χάρη μου έκανε πως δεν βλέπει το άλλο
46 μισό της ζωής. Διαφορετικά, μπροστά σε μια γυναίκα σαν εσάς θα είχα αποστρέψει το βλέμμα μου ή θα είχα σκύψει το
κεφάλι.
Κυρία, έχω την άδεια σας να σκοτώσω αυτά τα καναρίνια και να τα θάψω στον τάφο της γυναίκας μου, έτσι δεν είναι;

ΤΟ ΛΙΜΑΝΙ

Αυτό το λιμάνι είναι ένα λιμάνι με ενδιαφέρον.
Απλές νοικοκυρές και κορίτσια έρχονται στο πανδοχείο.
Και για όσο διάστημα έχει έρθει να μείνει ο πελάτης, μένει μαζί του και κάποια γυναίκα. Απ' τη στιγμή που θα ξυπνήσουν το πρωί, στο μεσημεριανό και στον περίπατο είναι πάντα μαζί. Λίγο σαν ζευγάρι στο ταξίδι του μέλιτος...
Εντούτοις, όταν της πει να την πάρει μαζί του σε κάποιες κοντινές θερμές πηγές, η γυναίκα γέρνει λίγο το κεφάλι στο πλάι και βυθίζεται σε σκέψη. Αν όμως της πει πως θα της πιάσει σπίτι εδώ στο λιμάνι, αν η γυναίκα είναι νέα, στις περισσότερες περιπτώσεις θα του πει με χαρά:
θα είμαι η σύζυγος σου. Αρκεί να μην είναι για πολύ καιρό. Αν δεν μου πεις ότι θα είναι για μισό ούτε για έναν χρόνο.
...Εκείνος μάζευε τα πράγματα του βιαστικός να προλάβει το πρωινό καράβι όταν η γυναίκα, που τον βόηθαγε κι αυτή του είπε:
Αχ, θα μπορούσες μήπως να γράψεις ένα γράμμα για μένα;
Τι είναι αυτά που λες; Τέτοια ώρα;
Δεν είμαι όμως πια η γυναίκα σου. Γι' αυτό είναι εντάξει. Όσο καιρό ήσουν εδώ, ήμουν συνέχεια στο πλάι σου, το ξέρεις. Κι ούτε έκανα τίποτε άσχημο, έτσι δεν είναι; Όμως τώρα ήδη δεν είμαι πια η γυναίκα σου.
Ώστε έτσι, λοιπόν, ώστε έτσι της είπε και έγραψε το γράμμα που ήθελε εκείνη να στείλει στον άλλον άντρα. Ήταν κάποιος που κατά τα φαινόμενα είχε περάσει μαζί μ' αυτή τη γυναίκα μισό μήνα σ' αυτό το πανδοχείο.
Δεν θα μου στείλεις και μένα ένα γράμμα; Ένα πρωί που κάποιος άντρας θα φεύγει να πάρει το πλοίο. Τότε που δεν θα είσαι πια η γυναίκα του.

[1924]
"Πολλοί λογοτέχνες γράφουν ποιήματα στα νιάτα τους. Εγώ αντ' αυτού έκανα αυτά τα σκίτσα" έλεγε για τις 146 ιστορίες της παλάμης ο Καουαμπατα. Κείμενα μινιατούρες λακωνικά, ελλειπτικά με μια δραματική εσωτερική δράση "Ανάμεσα στον κόσμο και τη μοναχικότητα, λάμπει το φως του ονείρου, γράφει για το έργο του ο μεταφραστής του, η πεποίθηση ότι πράξη και πράττω είναι ένα ότι η λέξη είναι το πράγμα, το νόημα είναι η αίσθηση και πως, αν ποτέ νομίσεις πως ξέρεις τι να κάνεις και γιατί και πως, θα πρέπει να είσαι σίγουρος μόνο για ένα πως αυτό είναι ένας λάθος δρόμος".
Το 1971 αυτοκτόνησε ο συγγραφέας και φίλος του Γιούκιο Μίσιμα. Μετά από δύο χρόνια ακολούθησε ο Καουαμπατα. Στο φέρετρο του έβαλαν την αγαπημένη του πένα, εκατό λευκά χαρτιά για γράψιμο, την πίπα, τα γυαλιά του κι ένα τόμο των γραπτών του. Αυτός που όσο ζούσε ήταν το αιώνιο ορφανό, ο περιφρονεμένος εραστής, ο περιπλανώμενος και αναποφάσιστος ερωτευμένος. Τώρα ήταν ένας καθρέπτης λογοτεχνίας πάνω σ' ένα μοναχικό βουνό.
θα ταίριαζε να κλείσουμε την παρουσίαση του Γιασουνάρι Καουαμπατα μ' ένα χαϊκού του Κομπαγιάσι Ίσσα:

Σαν πεθάνω
να φυλάς καλά
τον τάφο μου τριζόνι.

Παρουσίαση: Αλέξανδρος Φωσταίνης Πηγή: ΤΕΧΝΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ / Τ.Ε.Ε. / ΤΜΗΜΑ ΔΥΤΙΚΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ / ΤΕΥΧΟΣ 68 / ΑΠΡΙΛΙΟΣ 2007

Δεν υπάρχουν σχόλια: