Δευτέρα, 21 Απριλίου 2008

Ιεραποστολικές νύξεις από τη Γραφή και τη Μεγαλοβδομαδιάτικη Υμνολογία

Με την ψυχή στα πόδια

Την έκφραση «με την ψυχή στο στόμα» όλοι τη γνωρίζουμε και τη χρησιμοποιούμε, όταν θέλουμε να αναφερθούμε σε καταστάσεις κατά τις όποιες λίγο θέλει η αγωνία να σπάσει τις αντοχές του ανθρώπου και να τον οδηγήσει σε κατάρρευση. Κι όπως βέβαια συμβαίνει συνήθως στις παροιμιώδεις εκφράσεις, η λέξη «ψυχή» σημαίνει το μεδούλι της ανθρώπινης ύπαρξης, την αυτοσυνειδησία του καθενός μας, ως προσώπου μοναδικού κι ανεπανάληπτου.

Συσχετισμός της ψυχής με τα πόδια του ανθρώπου δεν συνηθίζεται - τουλάχιστον στις καθημερινές μας εκφράσεις και παραστάσεις. Ένας τέτοιος συσχετισμός, μάλιστα, ίσως και να φαίνεται υποτιμητικός για τον άνθρωπο, μιας και ευκολότερα μπορούμε να συνδέσουμε την ψυχή με «επιτελικά» σημεία του ανθρώπινου κορμιού (καρδιά, νού κ.ο.κ.) παρά με μέλη όπως τα πόδια, τα όποια δεν αντιμετωπίζονται ως κάτι παραπάνω από χρήσιμα εργαλεία.

Από θεολογικής σκοπιάς, βεβαίως, θα μπορούσε κανείς να διατυπώσει επιφυλάξεις απέναντι σε τέτοιου είδους τρέχουσες αντιλήψεις, στον βαθμό που αυτές παραβλέπουν το ενιαίο της ανθρώπινης ύπαρξης. Εδώ ωστόσο δεν θα ασχοληθούμε μ' αυτό το ζήτημα. θα επιχειρήσουμε να επισημάνουμε μιά μικρούλα ιεραποστολική ψηφίδα της υμνολογίας μας, η οποία έχει να κάνει με τα πόδια του ανθρώπου και η οποία ίσως διαφεύγει της προσοχής μας, παρ' όλο που βρίσκεται σε πασίγνωστο λειτουργικό κείμενο.

Μία από τις λειτουργίες που επιτελούν τα πόδια, κατά το Ευαγγέλιο, είναι η σηματοδότηση του προσανατολισμού του ανθρώπου. Αν το χέρι εκπροσωπεί την πράξη, το πόδι συχνά εκπροσωπεί την κατεύθυνση, την προοπτική της πράξης. Δεν είναι μόνο το μάτι η το χέρι που μπορεί να σκανδαλίσει, να αποπροσανατολίσει τον άνθρωπο, άλλα και τό πόδι (Ματθ. 18,8).

Στην εσχατολογική παραβολή του γλεντιού που διοργανώνει ο βασιλιάς για τον γάμο του γιου του (Ματθ. 22, 13), εκείνος που τόλμησε να παρακαθήσει στην τράπεζα χωρίς να φοράει το κατάλληλο ένδυμα, συλλαμβάνεται κατά διαταγή του βασιλιά και ρίχνεται «εις το σκότος το εξώτερον», αφού πρώτα του δέσουν και τα χέρια και τα πόδια. Αν δηλαδή ο άνθρωπος καταφρονήσει τη σχέση του με τον Θεό, περιέρχεται σε μιά κατάσταση όμοια με χώρο απ’ όπου απουσιάζει το φώς. Εδώ καταφαίνεται με δραματικό τρόπο πως ο άνθρωπος δεν είναι απλώς άθροισμα των συστατικών και των οργάνων του, άλλα και σχέση, συνάντηση, κοινωνία. Διότι στην εν λόγω περίπτωση, αυτό που χάνεται δεν είναι τα μάτια του ανθρώπου, άλλα το φώς που κανονικά τα ενεργοποιεί. Όσο κι αν ο συλληφθείς γουρλώνει τα μάτια του, δεν μπορεί να διακρίνει τι υπάρχει γύρω του' τελεί σε ακοινωνησία, στερείται το βλέμμα του απέναντι και αδυνατεί να προσανατολιστεί και να πορευτεί προς κάπου. Διαπιστώνουμε, λοιπόν, ότι μιά από τις παραμέτρους του αφύσικου, κολασμένου τρόπου ύπαρξης είναι και η ακύρωση της δυνατότητας του ανθρώπου να πορεύεται παρ' όλο που δεν του ακρωτηριάστηκαν τα πόδια, δεν μπορεί να τα λειτουργήσει. Είναι πλέον δεμένα. Βρίσκεται σε μιά κατάσταση, όπου δεσπόζει η νεκρότητα, και γι’ αυτό δεν είναι ίσως τυχαίο ότι τα Ίδια στοιχεία βρίσκουμε και στην περιγραφή που μάς δίνει το Ευαγγέλιο για την εβραϊκή ταφή των νεκρών: το λείψανο ετοποθετείτο μέσα σε (προφανώς σκοτεινό) σπήλαιο με δεμένα τα πόδια και τα χέρια! (Ίω. 11,44).

Εντελώς αντίθετη προς αυτή την τραγική κατάληξη του ανθρώπου είναι η προοπτική που αναδύεται από την παραβολή του άσωτου υιού. Ο επίλογος της επιστροφής του άσωτου, της πόρευσής του δηλαδή προς τον πατέρα, δεν είναι η ακύρωση των ποδιών του, άλλα η επιβεβαίωση τους, ο ίδιος ο πατέρας του δωρίζει υποδήματα (Λουκ. 15,22).

Ό άνθρωπος, λοιπόν, καλείται σε πόρευση. Και μία διάσταση της πόρευσης, του προσανατολισμού του προς τον Θεό, είναι η ιεραποστολή, η πόρευση προς τον κόσμο και η πρόσκληση του σε συμπόρευση. Ύπ' αυτή την έννοια, τα «πόδια» εκπροσωπούν το αδιάκοπο άνοιγμα στον κόσμο. Υποδηλώνουν τη διάθεση της Εκκλησίας να μην παραμορφωθεί σε αγοραφοβικό γκέττο, άλλα -απλούστατα- να παραμείνει ο εαυτός της: ένα εργαστήριο που απευθύνεται στον κόσμο, που τον καλεί, που τον δέχεται και που τον μεταμορφώνει σε Σώμα του Χριστού. Όσο η ιστορία ακόμη συνεχίζεται, μέχρι δηλαδή την έλευση των Εσχάτων, οι Χριστιανοί είμαστε οδοιπόροι προς κάθε εσχατιά του κόσμου και της ζωής, δίχως ενδοϊστορικό τέρμα και τελεσίδικη εγκατάσταση (βλ. Έβρ. 13, 14). Και τό αδιάκοπο αυτής της οδοιπορίας δεν αίρεται ούτε από τις αποτυχίες της- αν τυχόν ο οδοιπόρος δεν βρει φιλοξενία και αποδοχή σε κάποιον τόπο, καλείται να τινάξει από τα πόδια του τη σκόνη του τόπου αυτού και να συνεχίσει (Λουκ. 9,5). Είναι, φαντάζομαι, ευνόητο ότι αυτό το άνοιγμα, αυτή η πόρευση, για την οποία κάνουμε λόγο, είναι ένας εκκλησιαστικός τρόπος ύπαρξης πολύμορφος και πολυδιάστατος και δεν σημαίνει κατά λέξη και κατ' αποκλειστικότητα περπάτημα, πεζοπορία κ.λπ.

Γιά τα πόδια αυτών που κομίζουν το μήνυμα της Βασιλείας μιλά σε κάποιο σημείο ο απόστολος Παύλος: «Πώς δε κηρύξουσιν έάν μη άποσταλώσι; καθώς γέγραπταΐ' ως ωραίοι οι πόδες των εύαγγελιζομένων είρήνην, των εύαγγελιζομένων τα αγαθά» (Ρωμ. 10,15). η φράση «καθώς γέγραπται» σημαίνει ότι στο ιεραποστολικό διακόνημα ο Παύλος βλέπει την επαλήθευση προφητειών (Ησαΐα 52, 7 και Ναούμ 2, 1). Πρέπει, επί πλέον, να προσέξουμε ότι αυτό το «έργο των ποδών» δεν μπορεί να αποτελεί αυτοσχεδιασμό η αυθαιρεσία. ο Παύλος το συνδέει με το στάλσιμο, την «αποστολή» του κήρυκα από τον Χριστό και -κατ' επέκταση- από την Εκκλησία. Στην πραγματικότητα, δηλαδή, πρόκειται για πόδια πού, παρ' όλο που έχουν τη δική τους «προσωπικότητα», είναι συντελεστές ενός πελώριου συντροφικού χορού.

Τη διατύπωση «ώς ωραίοι οι πόδες των εύαγγελιζομένων είρήνην...» τη συναντάμε (απρόσμενα ίσως) και σε κάποια στιγμή της υμνολογίας της Μεγάλης Εβδομάδας. Συγκεκριμένα, στη βραδινή ακολουθία της Μεγάλης Τετάρτης, όπου γίνεται αναφορά στη νίψη των ποδιών των Αποστόλων από τον Χριστό, ο λαός του Θεού ψάλλει: «Τω συνδέσμω της αγάπης συνδεόμενοι οι απόστολοι, τω δεσπόζοντι των όλων εαυτούς Χριστώ αναθεμένοι, ωραίους πόδας έξατενίζοντο, εύαγγελιζόμενοι πάσιν είρήνην». το ενδιαφέρον εδώ έγκειται στο ότι αυτός ο ύμνος δεν ερμηνεύει το περιστατικό του νιπτήρος απλώς ως υπόδειγμα ταπεινώσεως, όπως γίνεται συνήθως («μαθηταΐς υποδεικνύει ταπεινώσεως ο Δεσπότης τύπον», λέει ο μεθεπόμενος ύμνος της ίδιας ημέρας), αλλά και ως προανάκρουσμα της ευαγγελικής αποστολής τους. Είναι, δηλαδή, σαν να λέει ο υμνωδός ότι με το πλύσιμο αυτό ο Χριστός «καταλληλοποίησε» τα πόδια των μαθητών προκειμένου να αποδυθούν, λίγο αργότερα, στην ιεραποστολική πόρευση.

Ή αλήθεια είναι ότι το σχετικό ευαγγελικό χωρίο (Ίω. 13,4-11) δεν λέει κάτι τέτοιο ρητά. ο ρόλος της υμνολογίας όμως δεν είναι να περιγράψει με φωτογραφικό τρόπο ορισμένα γεγονότα του παρελθόντος, αλλά να τα φωτίσει θεολογικά. Έτσι, ο Μεγαλοβδομαδιάτικος ύμνος μας παίρνει την πρωτοβουλία να συνάψει στο περιστατικό του νιπτήρα το νόημα κάποιων για τα λόγια εκείνα με τα οποία ο Χριστός έδειξε στους μαθητές ότι η ιεραποστολή συνίσταται σε μιά αδιάσπαστη αλυσίδα σταλσιμάτων: ο Πατέρας έστειλε στον κόσμο τον Υιό, ο Υιός στέλνει τους μαθητές Του και οι μαθητές θα στείλουν τους διαδόχους τους (Ίω. 13,20 και 17,18).

Εδώ μπορούμε να εντοπίσουμε μιά πραγματικά πολύ σημαντική παράμετρο. Μαθητής του Χριστού δεν είναι όποιος μονάχα ακροάται τη διδασκαλία του, αλλά αυτός που είναι μαζί Του, που πορεύεται μαζί Του. Είναι πολύ διαφωτιστικός στο σημείο αυτό ο διάλογος Πέτρου και Χριστού, όταν ο πρώτος αντέδρασε μόλις έφτασε η σειρά του να του πλύνει ο Χριστός τα πόδια. «Ποτέ δεν θα σ' αφήσω να πλύνεις εσύ τα δικά μου πόδια», του δήλωσε ο Πέτρος. και ο Χριστός του άπαντα με οιονεί τελεσίγραφο: «Αν δεν σε πλύνω, δεν έχεις θέση κοντά μου» (Ίω. 13, 8). Η στάση του Πέτρου είναι προβληματική, όχι επειδή τάχα είναι άσεβης, άλλα ακριβώς επειδή εκφράζει μιά «ευσέβεια», η οποία δεν αφήνει τον Χριστό να αγγίξει τον άνθρωπο και μάλιστα «υποδεέστερα» μέλη του όπως τα πόδια! Είναι μιά «ευσέβεια» πρόθυμη να βλέπει τον Χριστό ως απέναντι, όχι όμως ως σύντροφο και συνοδοιπόρο.

Αν, λοιπόν, Μαθητές είναι εκείνοι που δέχονται να τους αγιάσει τα πόδια ο Χριστός και να τα μεταμορφώσει σε πόδια ευαγγελιστών, αποστάτες είναι όσοι μιμούνται τον Ιούδα, ο όποιος, παρ' όλο που δέχτηκε κι αυτός το πλύσιμο από τον Κύριο, χρησιμοποίησε διαφορετικά το πόδια του και «επήρε πτερνισμόν» κατά του Χριστού (Μεγάλη Τετάρτη εσπέρας). Μα και ο κόσμος, ο αυτονομημένος από τον Θεό τρόπος ύπαρξης, δεν μπορεί να αντέξει τους «πόδας των εύαγγελιζομένων είρήνην». Κι έτσι, ο Παύλος και ο Σίλας ρίχτηκαν στη φυλακή με τα πόδια δεμένα (Πράξ. 16,24). Όμως εδώ πλέον δεν πρόκειται για το δέσιμο των νεκρών και των κολασμένων, που είδαμε παραπάνω, αλλά για την άπελπι προσπάθεια της νεκρότητας να αιχμαλωτίσει τη ζωή.

Ζωή είναι ακριβώς ο νέος τρόπος ύπαρξης, τον όποιο εγκαινίασε ο Αναστάς Κύριος. Αυτός είναι ο λόγος ύπαρξης και το περιεχόμενο της ιεραποστολής, με την οποία ο Αναστάς χρεώνει τους μαθητές του: να πορευτούν προς πάντες και προς παντού- «Πορευθέντες μαθητεύσατε πάντα τα έθνη» (Ματθ. 28,19). Είναι το χρέος ενός ανοίγματος, μιας πόρευσης, στην οποία φωλιάζει η ψυχή της Εκκλησίας και η οποία δεν θα πάψει, μέχρις ότου το σύμπαν το κτιστό υποταγεί «υπό τους πόδας» του Θεανθρώπου (πρβλ. Έφεσ. 1,22).

Τού ΘΑΝΑΣΗ Ν. ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΙΟΥ, Δρος Θεολογίας - Πτ. Νομικής, Αρχισυντάκτης του Περιοδικού «ΣΥΝΑΞΗ»

Περιοδικό Πειραϊκή Εκκλησία, τ. 170, Απρίλιος 2006

Δεν υπάρχουν σχόλια: